βαρβαρότητα
•
- η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον βάρβαρο Βικιλεξικό
- βάρβαρη πράξη Βικιλεξικό
- η έλλειψη πολιτισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρβαρότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βαρβαρότης < αρχαία ελληνική βάρβαρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβαρότητα | βαρβαρότητες |
| Γενική | βαρβαρότητας | βαρβαροτήτων |
| Αιτιατική | βαρβαρότητα | βαρβαρότητες |
| Κλητική | βαρβαρότητα | βαρβαρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →