βαρβαρόφωνος
•
- παρωχημένοπου μιλάει ξένη γλώσσα, ξενόγλωσσος Βικιλεξικό
- παρωχημένογια ομιλητές που μιλούσαν ελληνικά ανάμεικτα με γλώσσες όπως αρβανίτικα ή σλαβικά Βικιλεξικό
- (παρωχημένο, ουδέτερο, πληθυντικός,μουσικά όργανα τα βαρβαρόφωνα (καθαρεύουσα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρβαρόφωνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαρβαρόφωνος < βάρβαρ(ος) + -ό- + -φωνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβαρόφωνος | βαρβαρόφωνη | βαρβαρόφωνο |
| Γενική | βαρβαρόφωνου | βαρβαρόφωνης | βαρβαρόφωνου |
| Αιτιατική | βαρβαρόφωνο | βαρβαρόφωνη | βαρβαρόφωνο |
| Κλητική | βαρβαρόφωνε | βαρβαρόφωνη | βαρβαρόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβαρόφωνοι | βαρβαρόφωνες | βαρβαρόφωνα |
| Γενική | βαρβαρόφωνων | βαρβαρόφωνων | βαρβαρόφωνων |
| Αιτιατική | βαρβαρόφωνους | βαρβαρόφωνες | βαρβαρόφωνα |
| Κλητική | βαρβαρόφωνοι | βαρβαρόφωνες | βαρβαρόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →