βαρδαβέλα
•
- ναυτικός όρος: το σχοινί ή η μεταλλική βέργα από το οποίο φέρεται το πανί αντένας ιστιοφόρου πλοίου, ο ιστιούχος. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρδαβέλα < ιταλική vardavella
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρδαβέλα | βαρδαβέλες |
| Γενική | βαρδαβέλας | — |
| Αιτιατική | βαρδαβέλα | βαρδαβέλες |
| Κλητική | βαρδαβέλα | βαρδαβέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →