Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρδιάνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο φρουρός, ο σκοπός Βικιλεξικό
    • Οι βαρδιάνοι ούτοι ήσαν γηραιοί ναύται ή άλλοι άνθρωποι του τόπου πτωχοί, οίτινες, χάριν μικρού μισθού, εδέχοντο να «σπορκαρισθούν», ήτοι να τεθώσιν υπό κάθαρσιν, όπως επιβλέπωσι την ακριβή τήρησιν της καθάρσεως των πλοίων. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Βαρδιάνος στα σπόρκα)

Ετυμολογία

βαρδιάνος < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική βαρδιάνος ή άμεσο δάνειο από τη βενετική *vardian / vardiano < vardia με κατάληξη κατά την ιταλική guardiano + -ος. → δείτε τη μεσαιωνική βάρδια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρδιάνοςβαρδιάνοι
Γενικήβαρδιάνουβαρδιάνων
Αιτιατικήβαρδιάνοβαρδιάνους
Κλητικήβαρδιάνεβαρδιάνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →