βαρελάς
•
- επάγγελμαο κατασκευαστής βαρελιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρελάς < βαρέλ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρελάς | βαρελάδες |
| Γενική | βαρελά | βαρελάδων |
| Αιτιατική | βαρελά | βαρελάδες |
| Κλητική | βαρελά | βαρελάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →