Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρελόφρων

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςχιουμοριστικός ευφημισμός, σε λόγιο ύφος, για τον λάτρη του κρασιού, τον μεθύστακα, για το υποτιθέμενο μέλος μιας παράταξης αδιόρθωτων μπεκρήδων Βικιλεξικό
    • Να, δικό μου, «βαρελόφρων»
    • Δεν ξέρουμε αν ο πρώτος βαρελόφρων εκφράζει την άποψη του Βάρναλη ή αν ο Βάρναλης είναι απλός διαιτητής ανάμεσα στους δύο, όπως φαίνεται στο δεύτερο χρονογράφημα. Πάντως ο Βάρναλης το τιμούσε δεόντως το κρασί!
    • […] έκανε σόου σε ένα τοπικό έθιμο, στα καρναβάλια της Πρωτοχρονιάς, που ντυμένος παπα-Σούρας, ένας παπάς βαρελόφρων δηλαδή, κοινωνούσε τους περαστικούς σε μια τελετή υποτίθεται «κηδείας» του Μνημονίου

Ετυμολογία

βαρελόφρων < (καθαρεύουσα) βαρέλ(ι) + -ό- + -φρων, κατά το βασιλόφρων. Λέξη επινοημένη ίσως για τις σειρές σκίτσων με κρασοπατέρες «Από τη Λέσχη των βαρελοφρόνων», «Από τη ζωή των βαρελοφρόνων» κ.ο.κ. του περιοδικού ποικίλης ύλης Ρομάντσο,^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) που είχαν ως κύριο δημιουργό τον γελοιογράφο Βασίλη Χριστοδούλου (1917-2010).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρελόφρων / βαρελόφρονας / βαρελόφρων / βαρελόφρονβαρελόφρονες / βαρελόφρονες / βαρελόφρονα
Γενικήβαρελόφρονος / βαρελόφρονα / βαρελόφρονος / βαρελόφρονοςβαρελοφρόνων / βαρελοφρόνων / βαρελοφρόνων
Αιτιατικήβαρελόφρονα / βαρελόφρονα / βαρελόφρονβαρελόφρονες / βαρελόφρονες / βαρελόφρονα
Κλητικήβαρελόφρων / βαρελόφρονα / βαρελόφρων / βαρελόφρονβαρελόφρονες / βαρελόφρονες / βαρελόφρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →