Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρεσάρης

επίθετο
•
  1. τεμπέλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαρεσάρης < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρεσάρηςβαρεσάρηςβαρεσάρης
Γενικήβαρεσάρηβαρεσάρηβαρεσάρη
Αιτιατικήβαρεσάρηβαρεσάρηβαρεσάρη
Κλητικήβαρεσάρηβαρεσάρηβαρεσάρη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρεσάρηδεςβαρεσάρηδεςβαρεσάρηδες
Γενικήβαρεσάρηδωνβαρεσάρηδωνβαρεσάρηδων
Αιτιατικήβαρεσάρηδεςβαρεσάρηδεςβαρεσάρηδες
Κλητικήβαρεσάρηδεςβαρεσάρηδεςβαρεσάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →