Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρετός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον ή εναλλαγές και επομένως προκαλεί βαρεμάρα, ανία Βικιλεξικό
    • Ένα από εκείνα τα μεσημέρια της βαρετής και άσκοπης καθαριότητας, δεν ξέρω πώς, μου 'ρθε να πεταχτώ μέχρι το ΚΨΜ της Δεύτερης Μοίρας, να πιω καφέ. Στα παλιά λημέρια! (Θοδωρής Κοντούλης, Τοτε που η πατρίδα-- μου 'κλεινε πονηρά το μάτι: αναμνήσεις από το στρατό : αφήγημα ψυχωφελές και εκτονωτικόν, εκδόσεις Εντός, 1998, σελ. 87)

Ετυμολογία

βαρετός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρετόςβαρετήβαρετό
Γενικήβαρετούβαρετήςβαρετού
Αιτιατικήβαρετόβαρετήβαρετό
Κλητικήβαρετέβαρετήβαρετό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρετοίβαρετέςβαρετά
Γενικήβαρετώνβαρετώνβαρετών
Αιτιατικήβαρετούςβαρετέςβαρετά
Κλητικήβαρετοίβαρετέςβαρετά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →