βαριά
•
- εργαλείοβαρύ σφυρί με μακριά λαβή, που πρέπει να το κρατήσει κανείς και με τα δυο χέρια, το οποίο χρησιμεύει κυρίως στο σπάσιμο επιφανειών και κατασκευών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαριά < θηλυκό του επιθέτου βαρύς ως ουσ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαριά | βαριές |
| Γενική | βαριάς | βαριών |
| Αιτιατική | βαριά | βαριές |
| Κλητική | βαριά | βαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →