βαριεστημένος
•
- που αισθάνεται ανία, πλήξη, κούραση για να κάνει κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαριεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαριεστάω (χάνω την υπομονή μου) < → και δείτε τη λέξη βαριεστίζω. Γραφή με -ιε- με επίδραση του συνώνυμου βαριέμαι : Επίσης με γραφή βαργεστημένος < βαργεστώ, βαργεστίζω (κατά την τουρκική vazgeçmek) & βασγεστώ. : Δε σχετίζεται ετυμολογικά με το βαριέμαι < βαρέω
Άλλοι τύποι
βαριεστημέναβαριεστημένεβαριεστημένεςβαριεστημένηβαριεστημένηςβαριεστημένοβαριεστημένοιβαριεστημένοςβαριεστημένουβαριεστημένουςβαριεστημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →