Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαριοπούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εργαλείοσφυρί με μεγάλη, βαριά κεφαλή και σχετικά κοντή λαβή, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για σπάσιμο· (κυριολεκτικά) μικρή βαριά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαριοπούλα < βαρι(ά) + -οπούλα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαριοπούλαβαριοπούλες
Γενικήβαριοπούλας—
Αιτιατικήβαριοπούλαβαριοπούλες
Κλητικήβαριοπούλαβαριοπούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →