Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρκούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μικρή βάρκα Βικιλεξικό
    • (παιδικό τραγούδι) Bγαίνει η βαρκού' βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά από το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα, από το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά

Ετυμολογία

βαρκούλα < βάρκ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρκούλαβαρκούλες
Γενικήβαρκούλας—
Αιτιατικήβαρκούλαβαρκούλες
Κλητικήβαρκούλαβαρκούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →