βαρκούλα
•
- μικρή βάρκα Βικιλεξικό
- (παιδικό τραγούδι) Bγαίνει η βαρκού' βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά από το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα, από το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά
Ετυμολογία
βαρκούλα < βάρκ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρκούλα | βαρκούλες |
| Γενική | βαρκούλας | — |
| Αιτιατική | βαρκούλα | βαρκούλες |
| Κλητική | βαρκούλα | βαρκούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →