Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρομετρικό χαμηλό

/va.ɾo.me.tɾiˈko xa.miˈlo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μετεωρολογίαπεριοχή στην οποία παρατηρείται χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση, κάτι που συνοδεύεται από κακοκαιρία Βικιλεξικό
    • Ένα πολύ βαθύ βαρομετρικό χαμηλό και αρκετά σπάνιο δημιουργήθηκε στα ανατολικά τμήματα της Γροιλανδίας με κέντρο 930 hPa το βράδυ της Παρασκευής. (Θοδωρής Κολυδάς, Σπάνιο πολύ βαθύ βαρομετρικό χαμηλό στη Γροιλανδία, news247.gr, 8 Φεβρουαρίου 2020)
  2. μεταφορικάψυχρότητα ή προβληματισμός Βικιλεξικό
    • Οι σχέσεις Παρισιού και Άγκυρας πλήττονται εσχάτως από «βαρομετρικό χαμηλό», κυρίως λόγω των εξελίξεων στη Λιβύη (Άγγελος Αθανασόπουλος, Πώς φθάσαμε στην επικοινωνία Μητσοτάκη – Ερντογάν, εφημερίδα Το Βήμα, 29 Ιουνίου 2020

Ετυμολογία

βαρομετρικό χαμηλό < → δείτε τις λέξεις βαρομετρικό και χαμηλό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρομετρικό χαμηλόβαρομετρικά χαμηλά
Γενικήβαρομετρικού χαμηλούβαρομετρικών χαμηλών
Αιτιατικήβαρομετρικό χαμηλόβαρομετρικά χαμηλά
Κλητικήβαρομετρικό χαμηλόβαρομετρικά χαμηλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →