βαρυκαρδίζω
•
- λογοτεχνικόστενοχωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρυκαρδίζω < βαρυ- + καρδιά + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαρυκαρδίζω | βαρυκαρδίζεις | βαρυκαρδίζει | βαρυκαρδίζουμε | βαρυκαρδίζετε | βαρυκαρδίζουν / βαρυκαρδίζουνε |
| Παρατατικός | βαρυκάρδιζα | βαρυκάρδιζες | βαρυκάρδιζε | βαρυκαρδίζαμε | βαρυκαρδίζατε | βαρυκάρδιζαν / βαρυκαρδίζαν / βαρυκαρδίζανε |
| Αόριστος | βαρυκάρδισα | βαρυκάρδισες | βαρυκάρδισε | βαρυκαρδίσαμε | βαρυκαρδίσατε | βαρυκάρδισαν / βαρυκαρδίσαν / βαρυκαρδίσανε |
| Μέλλοντας | θα βαρυκαρδίζω / θα βαρυκαρδίσω | θα βαρυκαρδίζεις / θα βαρυκαρδίσεις | θα βαρυκαρδίζει / θα βαρυκαρδίσει | θα βαρυκαρδίζουμε / θα βαρυκαρδίσουμε | θα βαρυκαρδίζετε / θα βαρυκαρδίσετε | θα βαρυκαρδίζουν / θα βαρυκαρδίζουνε / θα βαρυκαρδίσουν / θα βαρυκαρδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαρυκαρδίσει | έχεις βαρυκαρδίσει | έχει βαρυκαρδίσει | έχουμε βαρυκαρδίσει | έχετε βαρυκαρδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαρυκαρδίσει | είχες βαρυκαρδίσει | είχε βαρυκαρδίσει | είχαμε βαρυκαρδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαρυκαρδίσει / να βαρυκαρδίζω / να βαρυκαρδίσω | να έχεις βαρυκαρδίσει / να βαρυκαρδίζεις / να βαρυκαρδίσεις | να έχει βαρυκαρδίσει / να βαρυκαρδίζει / να βαρυκαρδίσει | να έχουμε βαρυκαρδίσει / να βαρυκαρδίζουμε / να βαρυκαρδίσουμε | να έχετε βαρυκαρδίσει / να βαρυκαρδίζετε / να βαρυκαρδίσετε | να βαρυκαρδίζουν / να βαρυκαρδίζουνε / να βαρυκαρδίσουν / να βαρυκαρδίσουνε |
| Προστακτική | — | βαρυκάρδιζε / βαρυκάρδισε | — | — | βαρυκαρδίζετε / βαρυκαρδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →