Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρύ χαρτί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ειδικότεραη μετοχή μιας ισχυρής ή μεγάλης επιχείρησης στο χρηματιστήριο (συνήθως στον πληθυντικό: τα βαριά χαρτιά) Βικιλεξικό
    • Μικρής έκτασης οι πωλήσεις στα βαριά χαρτιά, πίεσαν χαμηλότερα κυρίως τη μεσαία κεφαλαιοποίηση (στον ιστότοπο euro2day.gr: Μιχαήλ Γελαντάλις, «Ήπιες ρευστοποιήσεις στα ”βαριά χαρτιά”» (16 Ιανουαρίου 2004)· πρόσβαση: 2020-05-13)
  2. γενικότερακάτι που είναι σημαντικό ή ισχυρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαρύ χαρτί < → λείπει η ετυμολογία :* → δείτε τις λέξεις βαρύς και χαρτί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →