βαρύγλυκος
•
- καφέςείδος ελληνικού καφέ με μεγάλη περιεκτικότητα σε καφέ και άφθονη ζάχαρη, που σερβίρεται συνήθως με πλούσιο καϊμάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρύγλυκος < βαρυ- + γλυκός + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρύγλυκος | βαρύγλυκοι |
| Γενική | βαρύγλυκου | βαρύγλυκων |
| Αιτιατική | βαρύγλυκο | βαρύγλυκους |
| Κλητική | βαρύγλυκε | βαρύγλυκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →