βαρύτητα
•
- η ιδιότητα που έχει ο βαρύς Βικιλεξικό
- φυσικήη παγκόσμια ελκτική δύναμη πάνω στην ύλη Βικιλεξικό
- ο νόμος της βαρύτητας του Νεύτωνα
- μεταφορικάτο ιδιαίτερο βάρος, η ιδιαίτερη σημασία που έχει κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρύτητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαρύτης από την αιτιατική τὴν βαρύτητα. : για τη φυσική < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική gravity
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρύτητα | βαρύτητες |
| Γενική | βαρύτητας | βαρυτήτων |
| Αιτιατική | βαρύτητα | βαρύτητες |
| Κλητική | βαρύτητα | βαρύτητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →