Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρύτονος

/vaˈɾi.to.nos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μουσικήανδρική φωνή που καλύπτει περιοχή ψηλότερη από τον μπάσο και χαμηλότερη από τον τενόρο Βικιλεξικό
    • αντίστοιχη γυναικεία φωνή: η μεσόφωνος ή μέτζο σοπράνο

Ετυμολογία

βαρύτονος < (αντιδάνειο) λόγιο δάνειο από την ιταλική baritono < αρχαία ελληνική βαρύτονος (που βγάζει βαθύ ήχο) < βαρύ- + τόν(ος) + -ος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρύτονος / βαρύτονη / βαρύτονος / βαρύτονοβαρύτονοι / βαρύτονες / βαρύτονοι / βαρύτονα
Γενικήβαρύτονου / βαρύτονης / βαρύτονου / βαρύτονουβαρύτονων / βαρύτονων / βαρύτονων / βαρύτονων
Αιτιατικήβαρύτονο / βαρύτονη / βαρύτονο / βαρύτονοβαρύτονους / βαρύτονες / βαρύτονους / βαρύτονα
Κλητικήβαρύτονε / βαρύτονη / βαρύτονε / βαρύτονοβαρύτονοι / βαρύτονες / βαρύτονοι / βαρύτονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βαρύτονος

/vaˈɾi.to.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου δεν τονίζεται στη λήγουσα συλλαβή Βικιλεξικό
    • Tα βαρύτονα ονόματα τονίζονται στην παραλήγουσα ή στην προπαραλήγουσα
  2. γραμματικήπου τονίζεται με βαρεία Βικιλεξικό
  3. γραμματικήπου δεν τονίζεται στη λήγουσα Βικιλεξικό
  4. μουσικήόργανο ή ανδρική φωνή με έκταση στην περιοχή της φωνής του βαρύτονου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαρύτονος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βαρύτονος < βαρύ- + αρχαία ελληνική τόν(ος) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρύτονοςβαρύτονηβαρύτονο
Γενικήβαρύτονουβαρύτονηςβαρύτονου
Αιτιατικήβαρύτονοβαρύτονηβαρύτονο
Κλητικήβαρύτονεβαρύτονηβαρύτονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρύτονοιβαρύτονεςβαρύτονα
Γενικήβαρύτονωνβαρύτονωνβαρύτονων
Αιτιατικήβαρύτονουςβαρύτονεςβαρύτονα
Κλητικήβαρύτονοιβαρύτονεςβαρύτονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →