βασίζομαι
•
- παίρνω σοβαρά υπόψη μου κάτι και το χρησιμοποιώ ως βάση για να προχωρήσω σε μια ενέργεια Βικιλεξικό
- Η όλη δίκη βασίστηκε πάνω στη συγκεκριμένη μαρτυρία.
- στηρίζομαι πάνω σε κάποιον/κάτι, υπολογίζοντας στις ενέργειές του, τη συμβολή του, τη βοήθειά του Βικιλεξικό
- Μου έδωσες τον λόγο σου ότι θα με υποστηρίξεις οικονομικά κι εγώ βασίστηκα πάνω σου.
- Βασιζόταν στην καλή του εμφάνιση και στην όμορφη κορμοστασιά του, στους εκλεπτυσμένους τρόπους του και στην αξιοπρεπή του μόρφωση για να κερδίσει όσα ήθελε, και σπάνια απογοητευόταν. Παρ' όλα αυτά, δεν έβρισκε ησυχία.
- χρησιμοποιώ κάτι ως πρότυπο (πχ για πνευματικά-καλλιτεχνικά έργα) Βικιλεξικό
- Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
Ετυμολογία
βασίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος βασίζω
Άλλοι τύποι
βασίστηκαβασιζόμουνβασισμένοςβασιστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →