βασίλισσα
•
- γυναίκα που ασκεί τη βασιλική εξουσία Βικιλεξικό
- η σύζυγος του βασιλιά Βικιλεξικό
- την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)
- σε οδωνύμιαπου είχαν ονομαστεί από το όνομα βασίλισσας Βικιλεξικό
- η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας
- μεταφορικάπολυαγαπημένη Βικιλεξικό
- βασίλισσα της καρδιάς μου
- σκάκιη βασίλισσα Βικιλεξικό
- για τα χαρτιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βασίλισσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασίλισσα. Συγχρονικά αναλύεται σε βασιλ(ιάς) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βασίλισσα | βασίλισσες |
| Γενική | βασίλισσας / βασιλίσσης | βασιλισσών |
| Αιτιατική | βασίλισσα | βασίλισσες |
| Κλητική | βασίλισσα | βασίλισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →