Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασαλτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αποτελούμενος από βασάλτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βασαλτικός < βασάλτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασαλτικόςβασαλτικήβασαλτικό
Γενικήβασαλτικούβασαλτικήςβασαλτικού
Αιτιατικήβασαλτικόβασαλτικήβασαλτικό
Κλητικήβασαλτικέβασαλτικήβασαλτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασαλτικοίβασαλτικέςβασαλτικά
Γενικήβασαλτικώνβασαλτικώνβασαλτικών
Αιτιατικήβασαλτικούςβασαλτικέςβασαλτικά
Κλητικήβασαλτικοίβασαλτικέςβασαλτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →