βασανίζομαι
•
- υφίσταμαι βασανιστήρια Βικιλεξικό
- ταλαιπωρούμαι ψυχικά ή σωματικά, παιδεύομαι Βικιλεξικό
- μη βασανίζεσαι άλλο μ' αυτό το παλιοαυτοκίνητο, πούλα το να ησυχάσεις
Ετυμολογία
βασανίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος βασανίζω
Άλλοι τύποι
βασανίστηκαβασανιζόμουνβασανισμένοςβασανιστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →