Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασανίστρια

/va.saˈni.stɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του βασανιστής Βικιλεξικό
  2. θηλυκό του βασανιστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βασανίστρια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βασανίστρια, βασανισ(τής) + κατάληξη θηλυκού -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβασανίστριαβασανίστριες
Γενικήβασανίστριαςβασανιστριών
Αιτιατικήβασανίστριαβασανίστριες
Κλητικήβασανίστριαβασανίστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →