Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασεόφιλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου αφορά κύτταρα ή ιστικά συστατικά που έχουν χημική συγγένεια προς τις βασικές χρωστικές και γι’ αυτό προσλαμβάνουν έντονα χρώματα (συνήθως ερυθροϊώδη) κατά τη μικροσκοπική χρώση Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοβασεόφιλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βασεόφιλος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική basophile ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική basophil < αρχαία ελληνική βάσις + φίλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασεόφιλοςβασεόφιληβασεόφιλο
Γενικήβασεόφιλουβασεόφιληςβασεόφιλου
Αιτιατικήβασεόφιλοβασεόφιληβασεόφιλο
Κλητικήβασεόφιλεβασεόφιληβασεόφιλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασεόφιλοιβασεόφιλεςβασεόφιλα
Γενικήβασεόφιλωνβασεόφιλωνβασεόφιλων
Αιτιατικήβασεόφιλουςβασεόφιλεςβασεόφιλα
Κλητικήβασεόφιλοιβασεόφιλεςβασεόφιλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →