βασεόφιλος
•
- βιολογίαπου αφορά κύτταρα ή ιστικά συστατικά που έχουν χημική συγγένεια προς τις βασικές χρωστικές και γι’ αυτό προσλαμβάνουν έντονα χρώματα (συνήθως ερυθροϊώδη) κατά τη μικροσκοπική χρώση Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοβασεόφιλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βασεόφιλος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική basophile ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική basophil < αρχαία ελληνική βάσις + φίλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βασεόφιλος | βασεόφιλη | βασεόφιλο |
| Γενική | βασεόφιλου | βασεόφιλης | βασεόφιλου |
| Αιτιατική | βασεόφιλο | βασεόφιλη | βασεόφιλο |
| Κλητική | βασεόφιλε | βασεόφιλη | βασεόφιλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βασεόφιλοι | βασεόφιλες | βασεόφιλα |
| Γενική | βασεόφιλων | βασεόφιλων | βασεόφιλων |
| Αιτιατική | βασεόφιλους | βασεόφιλες | βασεόφιλα |
| Κλητική | βασεόφιλοι | βασεόφιλες | βασεόφιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →