Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασιλές

/va.siˈles/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόδημώδης τύπος του βασιλέας, ο βασιλιάς Βικιλεξικό
    • Ένα παλλικάρ' πήγε και το γείπε το bαbά τ’. Πάντε 'ς το βασιλέ να δώσ' ορνέκ (δείγμα). […] Γλέπτε, λέγει ο βασιλές, χρειάζουdαι οι παπούδες, να μη τις σφάζτε πλια, να φίντε να πεθνήσκουνα πε το θάνατο. Πε τότε και γύστερα δε σφάζνα τις παπούδες και τις bάbες, αλλά πεθνήσκουνε όdες γερνούσνα. Ο βασιλές το γείπε και τις άλλες τις βασιλέδες και δε σφάζνα πια τις παπούδες και τις bάbες
    • Ζούσε μια φορά στο χωριό μου ένας βασιλές. Ένας βασιλές όμως αληθινός […] που τον αγαπούσαν ούλοι οι ανθρώποι και ούλα τα μωρά

Ετυμολογία

βασιλές < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασιλές (μαρτυρείται στον ενικό) < βασιλέας : Ο πληθυντικός σε -έδες σχηματίζεται κατά τα δάνεια που λήγουν σε -ές, όπως το ουσιαστικό καφές.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβασιλέςβασιλέδες
Γενικήβασιλέβασιλέδων
Αιτιατικήβασιλέβασιλέδες
Κλητικήβασιλέβασιλέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →