βασιλές
•
- ιδιωματικόδημώδης τύπος του βασιλέας, ο βασιλιάς Βικιλεξικό
- Ένα παλλικάρ' πήγε και το γείπε το bαbά τ’. Πάντε 'ς το βασιλέ να δώσ' ορνέκ (δείγμα). […] Γλέπτε, λέγει ο βασιλές, χρειάζουdαι οι παπούδες, να μη τις σφάζτε πλια, να φίντε να πεθνήσκουνα πε το θάνατο. Πε τότε και γύστερα δε σφάζνα τις παπούδες και τις bάbες, αλλά πεθνήσκουνε όdες γερνούσνα. Ο βασιλές το γείπε και τις άλλες τις βασιλέδες και δε σφάζνα πια τις παπούδες και τις bάbες
- Ζούσε μια φορά στο χωριό μου ένας βασιλές. Ένας βασιλές όμως αληθινός […] που τον αγαπούσαν ούλοι οι ανθρώποι και ούλα τα μωρά
Ετυμολογία
βασιλές < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασιλές (μαρτυρείται στον ενικό) < βασιλέας : Ο πληθυντικός σε -έδες σχηματίζεται κατά τα δάνεια που λήγουν σε -ές, όπως το ουσιαστικό καφές.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βασιλές | βασιλέδες |
| Γενική | βασιλέ | βασιλέδων |
| Αιτιατική | βασιλέ | βασιλέδες |
| Κλητική | βασιλέ | βασιλέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →