Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασιλεύω

/va.siˈle.vo/ρήμα
•
  1. είμαι ο βασιλιάς μιας χώρας και την κυβερνώ Βικιλεξικό
  2. για τον ήλιοδύω Βικιλεξικό
    • Καὶ τώρα, ποῦ νὰ πάω;… Σὰν ἔρθ᾽ ὁ πατέρας σου;… Βασίλεψ᾽ ὁ ἥλιος… σουρούπωσε… θὰ νυχτώσῃ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΑ΄, 1903)
    • Ο ήλιος είχε βασιλέψει προ μισής ώρας, κ' είχαμε ακόμη τρεις ώρες να φθάσουμε 'ς το δικό μας χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο, και λέγαμε πως θα προφθάσουμε ν' ανεβούμε τα βουνά και να κατεβούμε 'ς τον κάμπο μας με το φως του. (Εστία, 1890, σελ. 29 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/0gVaBFbRPmYC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%9C%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF&pg=RA1-PA33&printsec=frontcover)
  3. μεταφορικάγια κάποιον που νυστάζει Βικιλεξικό
    • βασίλεψαν τα ματάκια του
  4. μεταφορικάπαρακμάζω Βικιλεξικό
  5. κερδίζω το φλουρί στη βασιλόπιτα Βικιλεξικό
    • Σ' όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε»

Ετυμολογία

βασιλεύω είμαι βασιλιάς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασιλεύω. Δείτε και βασιλεύς, βασιλιάς :* δύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασιλεύω.

Άλλοι τύποι

βασίλευαβασίλεψαβασιλέψωβασιλεμένοςβασιλευόμενοςεβασίλευσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →