βασιλικός
•
- που αναφέρεται ή ανήκει στον βασιλιά Βικιλεξικό
- Τους είχαν στο παλάτι, στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας, όπου, σχετικώς, δεν κακοπερνούσαν και πολύ. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- λαμπρός, μεγαλοπρεπής ή πολυτελής, τόσο που θα ταίριαζε και σε βασιλιά Βικιλεξικό
- που στηρίζει τη βασιλεία, που προτιμά πολίτευμα με επικεφαλής βασιλιά (ή βασίλισσα)· (ουσιαστικοποιημένο, για πρόσωπα) ο οπαδός του βασιλιά και, (γενικότερα), ο υποστηρικτής βασιλείας ή της μοναρχίας (θηλυκό: βασιλική ή (λαϊκότροπο) βασιλικιά) Βικιλεξικό
- εκείνα τα χρόνια, τα βασιλικά κόμματα στη χώρα είχαν την πλειοψηφία του λαού με το μέρος τους
- Το συγγενολόι, στα ενενηνταεννιά τοις εκατό, βενιζελικό. Δαχτυλοδειχτούμενοι οι «βασιλικοί», και μ’ αυτούς είχαμε κόψει την καλημέρα (⌘ Άγγελος Τερζάκης, Απρίλης, δʹ έκδοση αναθεωρημένη. Αθήνα: Βιβλοπωλείον της Εστίας, 1986, σελ. 54)
Ετυμολογία
βασιλικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασιλικός < βασιλεύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βασιλικός | βασιλική | βασιλικό |
| Γενική | βασιλικού | βασιλικής | βασιλικού |
| Αιτιατική | βασιλικό | βασιλική | βασιλικό |
| Κλητική | βασιλικέ | βασιλική | βασιλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βασιλικοί | βασιλικές | βασιλικά |
| Γενική | βασιλικών | βασιλικών | βασιλικών |
| Αιτιατική | βασιλικούς | βασιλικές | βασιλικά |
| Κλητική | βασιλικοί | βασιλικές | βασιλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →