Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασιλικός

/va.si.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή ανήκει στον βασιλιά Βικιλεξικό
    • Τους είχαν στο παλάτι, στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας, όπου, σχετικώς, δεν κακοπερνούσαν και πολύ. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. λαμπρός, μεγαλοπρεπής ή πολυτελής, τόσο που θα ταίριαζε και σε βασιλιά Βικιλεξικό
  3. που στηρίζει τη βασιλεία, που προτιμά πολίτευμα με επικεφαλής βασιλιά (ή βασίλισσα)· (ουσιαστικοποιημένο, για πρόσωπα) ο οπαδός του βασιλιά και, (γενικότερα), ο υποστηρικτής βασιλείας ή της μοναρχίας (θηλυκό: βασιλική ή (λαϊκότροπο) βασιλικιά) Βικιλεξικό
    • εκείνα τα χρόνια, τα βασιλικά κόμματα στη χώρα είχαν την πλειοψηφία του λαού με το μέρος τους
    • Το συγγενολόι, στα ενενηνταεννιά τοις εκατό, βενιζελικό. Δαχτυλοδειχτούμενοι οι «βασιλικοί», και μ’ αυτούς είχαμε κόψει την καλημέρα (⌘ Άγγελος Τερζάκης, Απρίλης, δʹ έκδοση αναθεωρημένη. Αθήνα: Βιβλοπωλείον της Εστίας, 1986, σελ. 54)

Ετυμολογία

βασιλικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασιλικός < βασιλεύς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασιλικόςβασιλικήβασιλικό
Γενικήβασιλικούβασιλικήςβασιλικού
Αιτιατικήβασιλικόβασιλικήβασιλικό
Κλητικήβασιλικέβασιλικήβασιλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασιλικοίβασιλικέςβασιλικά
Γενικήβασιλικώνβασιλικώνβασιλικών
Αιτιατικήβασιλικούςβασιλικέςβασιλικά
Κλητικήβασιλικοίβασιλικέςβασιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →