βασκάνω
•
- ματιάζω Βικιλεξικό
- σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- Τον ίσκιο τους ανώφελο ξαπλώνουν τα πλατάνια, και σα να καρφωθήκανε τα φύλλα στα κλαδιά τους. Στυλώνει ο γήλιος τη ματιά, ματιά πυρή φιδίσια, τη γη, το μυριοπλούμιστο πουλί, για να βασκάνη
- ειρωνικάγια κάποιον που δεν αξίζει διόλου το θαυμασμό ώστε να προσελκύσει το "κακό μάτι" Βικιλεξικό
- Φτου, να μη σε βασκάνουμε, τα έκανες θάλασσα!
- παθητικό το ίδιο: Βικιλεξικό
- Με βασκάνανε ή Βασκάθηκα και όλη μέρα σέρνομαι (με μάτιασαν, ματιάστηκα)
Ετυμολογία
βασκάνω < βασκαίνω < αρχαία ελληνική βάσκανος (ο μάγος, που κάνει μάγια)
Άλλοι τύποι
βασκάνομαιβασκαίνομαιβασκαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →