Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασκάνω

ρήμα
•
  1. ματιάζω Βικιλεξικό
    • σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
    • Τον ίσκιο τους ανώφελο ξαπλώνουν τα πλατάνια, και σα να καρφωθήκανε τα φύλλα στα κλαδιά τους. Στυλώνει ο γήλιος τη ματιά, ματιά πυρή φιδίσια, τη γη, το μυριοπλούμιστο πουλί, για να βασκάνη
  2. ειρωνικάγια κάποιον που δεν αξίζει διόλου το θαυμασμό ώστε να προσελκύσει το "κακό μάτι" Βικιλεξικό
    • Φτου, να μη σε βασκάνουμε, τα έκανες θάλασσα!
  3. παθητικό το ίδιο: Βικιλεξικό
    • Με βασκάνανε ή Βασκάθηκα και όλη μέρα σέρνομαι (με μάτιασαν, ματιάστηκα)

Ετυμολογία

βασκάνω < βασκαίνω < αρχαία ελληνική βάσκανος (ο μάγος, που κάνει μάγια)

Άλλοι τύποι

βασκάνομαιβασκαίνομαιβασκαίνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →