βασκανία
•
- η (μαγικού τύπου) κακή επίδραση που ασκείται πάνω σε κάποιον (ή κάτι) από άνθρωπο ο οποίος κοιτάζει με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο Βικιλεξικό
- Η συγκεκριμένη κύλικα, που χρονολογείται μεταξύ του 530 και του 520 π.Χ., ονομάζεται συμβατικά «οφθαλμωτή» χάρη στους πελώριους οφθαλμούς, που κοσμούν εξωτερικά τις δύο πλευρές του αγγείου. Στους δύο μεγάλους οφθαλμούς έχει αποδοθεί αποτροπαϊκός συμβολισμός, που σχετίζεται με λαϊκές δοξασίες για το «κακό μάτι» και την αποτροπή της βασκανίας. («Οφθαλμωτή» κύλικα, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, cycladic.gr, ανακτήθηκε στις 4/7/2026 https://cycladic.gr/ebeiries/ofthalmoti-kylika/?srsltid=AfmBOoppM9E5qSOojVI_3eGHp1dwwrYPqZ4zEdJzQJsms3EwY5PcOEq7)
Ετυμολογία
βασκανία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βασκανία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βασκανία | βασκανίες |
| Γενική | βασκανίας | βασκανιών |
| Αιτιατική | βασκανία | βασκανίες |
| Κλητική | βασκανία | βασκανίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →