βαστάζος
•
- λαϊκόο αχθοφόρος Βικιλεξικό
- Δουλειά βαριά, για βαστάζο χεροδύναμο, όχι για ξεπεσμένο νοικοκύρη. Έβαλε τα δυνατά του για να μην αποφανεί, που τόσο σκληρά παιδευόταν, και του σηκώσει ο άνθρωπος την εμπιστοσύνη και την αποθέσει αλλού. Κι ήρθε το τέλος της βδομάδας και τον σκόλασε, έτσι καταπώς ήταν συμφωνημένο, για μια βδομάδα, και του μέτρησε το ξεδούλι.
Ετυμολογία
βαστάζος < αρχαία ελληνική βαστάζων, μετοχή του βαστάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαστάζος | βαστάζοι |
| Γενική | βαστάζου | βαστάζων |
| Αιτιατική | βαστάζο | βαστάζους |
| Κλητική | βαστάζε | βαστάζοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →