Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βασταγερός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. στερεός, γερός Βικιλεξικό
    • Αν κουράστηκες να ακούς τις φωνές της μάνας σου, επειδή αποχαυνώνεσαι παρακολουθώντας ανθρώπινα θηρία να παλεύουν μέσα σε ρινγκ... Αν θέλεις να καθησυχάσεις τον πατέρα σου, που ανησυχεί επειδή γουστάρεις να βλέπεις ιδρωμένους, βασταγερούς και σφίχτερ τύπους να κάνουν κωλοτούμπες... Αν θέλεις να βρεις τρόπο να απαντήσεις στον φίλο σου που σε απαξιώνει επειδή παρακολουθείς αυτό το ΨΕΜΑ… Τότε συνέχισε να διαβάζεις (Που είναι ο Σουγκλάκος οεο;, contra.gr, 7/4/2006 https://www.contra.gr/sports/poy-einai-o-soygklakos-oeo.6744747.html)
  2. που αντέχει Βικιλεξικό
  3. υπομονετικός, καρτερικός Βικιλεξικό
  4. αφορά ποτά ή τρόφιμαπου βαστά για πολύ καιρό, που διατηρείται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βασταγερός < βασταγή + -ερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασταγερόςβασταγερήβασταγερό
Γενικήβασταγερούβασταγερήςβασταγερού
Αιτιατικήβασταγερόβασταγερήβασταγερό
Κλητικήβασταγερέβασταγερήβασταγερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβασταγεροίβασταγερέςβασταγερά
Γενικήβασταγερώνβασταγερώνβασταγερών
Αιτιατικήβασταγερούςβασταγερέςβασταγερά
Κλητικήβασταγεροίβασταγερέςβασταγερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →