βαστιέμαι
•
- συγκρατούμαι Βικιλεξικό
- περίμενε με μεγάλη αγωνία αυτο το ταξίδι και την προηγούμενη μέρα δεν βαστιότανε πια
- βαστιέμαι καλά: είμαι πλούσιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαστιέμαι < παθητική φωνή του βαστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →