βατεύω
•
- για αρσενικό ζώοζευγαρώνω με το θηλυκό Βικιλεξικό
- για πρόσωποζευγαρώνω, με το θηλυκό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βατεύω < ελληνιστική βατεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
βατεύω < ελληνιστική βατεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →