Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βατικανός

/va.ti.kaˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στο Βατικανό, κρατίδιο της Ευρώπης Βικιλεξικό
  2. που ανήκει στο Βατικανό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βατικανός < (άμεσο δάνειο) λατινική vāticānus

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβατικανόςβατικανήβατικανό
Γενικήβατικανούβατικανήςβατικανού
Αιτιατικήβατικανόβατικανήβατικανό
Κλητικήβατικανέβατικανήβατικανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβατικανοίβατικανέςβατικανά
Γενικήβατικανώνβατικανώνβατικανών
Αιτιατικήβατικανούςβατικανέςβατικανά
Κλητικήβατικανοίβατικανέςβατικανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →