βατραχόψαρο
•
- ψάριη πεσκανδρίτσα (Lophius piscatorius) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βατραχόψαρο < βάτραχος + -ο- + ψάρι + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βατραχόψαρο | βατραχόψαρα |
| Γενική | βατραχόψαρου | βατραχόψαρων |
| Αιτιατική | βατραχόψαρο | βατραχόψαρα |
| Κλητική | βατραχόψαρο | βατραχόψαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →