βαττολογία
•
- λόγιοη φλυαρία και η πολυλογία (συναντάται ιδιαίτερα στην προσευχή) Βικιλεξικό
- Ο Χριστός επέκρινε τη βαττολογία των ειδωλολατρών
Ετυμολογία
βαττολογία < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαττολογία | βαττολογίες |
| Γενική | βαττολογίας | βαττολογιών |
| Αιτιατική | βαττολογία | βαττολογίες |
| Κλητική | βαττολογία | βαττολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →