βαφλιέρα
•
- ψηστιέρα για βάφλες Βικιλεξικό
- αγγλικά : waffle iron ⁽ᵉⁿ⁾ Βικιλεξικό
- κινεζικά : 華夫餅烘烤模 ⁽ᶻʰ⁾, 华夫饼烘烤模 ⁽ᶻʰ⁾ (huáfūbǐnghōngkǎomó) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαφλιέρα | βαφλιέρες |
| Γενική | βαφλιέρας | — |
| Αιτιατική | βαφλιέρα | βαφλιέρες |
| Κλητική | βαφλιέρα | βαφλιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →