βαφτιστικό
•
- το όνομα που παίρνει κάποιος όταν βαφτίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαφτιστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βαφτιστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαφτιστικό | βαφτιστικά |
| Γενική | βαφτιστικού | βαφτιστικών |
| Αιτιατική | βαφτιστικό | βαφτιστικά |
| Κλητική | βαφτιστικό | βαφτιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →