βγάζει μάτι
•
- μεταφορικάγια κάτι που προκαλεί μεγάλη εντύπωση ή αρνητική αίσθηση Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια κάτι που είναι ολοφάνερο ή εξόφθαλμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βγάζει μάτι < → δείτε τις λέξεις βγάζει, βγάζω και μάτι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →