Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βγάζει μάτι

φράση
•
  1. μεταφορικάγια κάτι που προκαλεί μεγάλη εντύπωση ή αρνητική αίσθηση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάγια κάτι που είναι ολοφάνερο ή εξόφθαλμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βγάζει μάτι < → δείτε τις λέξεις βγάζει, βγάζω και μάτι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →