βγάζω τη μπέμπελη
•
- λαϊκότροποζεσταίνομαι υπερβολικά, σκάω από τη ζέστη Βικιλεξικό
- Όλη μέρα εργασία κούραση κι ορθοστασία, κι από τη ζέστη βρε ζημιά να σου 'ρχεται λιγοθυμιά. Απόψε που την έβγαλα τη μπέμπελη γουστάρω νύχτα δροσερή και ρέμπελη.
Ετυμολογία
βγάζω τη μπέμπελη < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
βγάζωμπέμπελη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →