Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βγάλσιμο

/ˈvɣal.si.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βγάζω Βικιλεξικό
  2. αφαίρεση, εξαγωγή Βικιλεξικό
    • βγάλσιμο δοντιού, βγάλσιμο ματιού, βγάλσιμο καρφιού, βγάλσιμο αγκαθιού
  3. εξάρθρωση Βικιλεξικό
    • βγάλσιμο χεριού, βγάλσιμο ποδιού, βγάλσιμο ώμου
  4. για ηλεκτρονική συσκευήαποσύνδεση Βικιλεξικό
    • βγάλσιμο του τηλεφώνου, βγάλσιμο από την πρίζα
  5. απομάκρυνση αντικειμένου από την θέση του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βγάλσιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βγάλσιμο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβγάλσιμοβγαλσίματα
Γενικήβγαλσίματοςβγαλσιμάτων
Αιτιατικήβγάλσιμοβγαλσίματα
Κλητικήβγάλσιμοβγαλσίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →