βγάλσιμο
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βγάζω Βικιλεξικό
- αφαίρεση, εξαγωγή Βικιλεξικό
- βγάλσιμο δοντιού, βγάλσιμο ματιού, βγάλσιμο καρφιού, βγάλσιμο αγκαθιού
- εξάρθρωση Βικιλεξικό
- βγάλσιμο χεριού, βγάλσιμο ποδιού, βγάλσιμο ώμου
- για ηλεκτρονική συσκευήαποσύνδεση Βικιλεξικό
- βγάλσιμο του τηλεφώνου, βγάλσιμο από την πρίζα
- απομάκρυνση αντικειμένου από την θέση του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βγάλσιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βγάλσιμο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βγάλσιμο | βγαλσίματα |
| Γενική | βγαλσίματος | βγαλσιμάτων |
| Αιτιατική | βγάλσιμο | βγαλσίματα |
| Κλητική | βγάλσιμο | βγαλσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →