βγαίνω
•
- προχωρώ ώστε να βρεθώ έξω από ένα κλειστό χώρο Βικιλεξικό
- πηγαίνω για διασκέδαση, συνήθως με παρέα Βικιλεξικό
- έχω ερωτική σχέση με ένα άτομο Βικιλεξικό
- Πόσο καιρό βγαίνεις μαζί της;
- για φυτάβλασταίνω, φυτρώνω Βικιλεξικό
- Έχουν βγει τα σπαράγγια. Πάμε να μαζέψουμε;
- (για μέρη φυτών, κλαδιά, άνθη, καρπούς)
- για επαγγελματικούς χώρουςαρχίζω τη σταδιοδρομία μου Βικιλεξικό
- Βγήκε στο θέατρο σε ηλικία 18 χρονών.
- προέρχομαι Βικιλεξικό
- Από πού βγαίνει η λέξη αυτή;
- για έντυπακυκλοφορώ Βικιλεξικό
- αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις Βικιλεξικό
- Δεν έβγαινε οικονομικά το μαγαζί του και αναγκάστηκε να το κλείσει.
Ετυμολογία
βγαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐβγαίνω < αμάρτυρο **ἐγβαίνω με αντιμετάθεση των συμφώνων < αρχαία ελληνική ἐκβαίνω με μερική αφομοίωση [kv] > [ɣv]. Δείτε και το βγάζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βγαίνω | βγαίνεις | βγαίνει | βγαίνουμε | βγαίνετε | βγαίνουν / βγαίνουνε |
| Παρατατικός | έβγαινα | έβγαινες | έβγαινε | βγαίναμε | βγαίνατε | έβγαιναν / βγαίναν / βγαίνανε |
| Αόριστος | βγήκα | βγήκες | βγήκε | βγήκαμε | βγήκατε | βγήκαν / βγήκανε |
| Μέλλοντας | θα βγαίνω / θα βγω | θα βγαίνεις / θα βγεις | θα βγαίνει / θα βγει | θα βγαίνουμε / θα βγούμε | θα βγαίνετε / θα βγείτε | θα βγαίνουν / θα βγαίνουνε / θα βγουν |
| Παρακείμενος | έχω βγει | έχεις βγει | έχει βγει | έχουμε βγει | έχετε βγει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βγει | είχες βγει | είχε βγει | είχαμε βγει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βγει / να βγαίνω / να βγω | να έχεις βγει / να βγαίνεις / να βγεις | να έχει βγει / να βγαίνει / να βγει | να έχουμε βγει / να βγαίνουμε / να βγούμε | να έχετε βγει / να βγαίνετε / να βγείτε | να βγαίνουν / να βγαίνουνε / να βγουν |
| Προστακτική | — | έβγα / βγαίνε / βγες | — | — | βγαίνετε / βγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →