Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βδελλάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρεται με βδέλλες Βικιλεξικό
  2. αργκόο κολιτηριτζής, αυτός που προσκολλάει έντονα για ίδιο όφελος (στη γλώσσα των κακοποιών) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βδελλάτος < βδέλλα + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβδελλάτοςβδελλάτηβδελλάτο
Γενικήβδελλάτουβδελλάτηςβδελλάτου
Αιτιατικήβδελλάτοβδελλάτηβδελλάτο
Κλητικήβδελλάτεβδελλάτηβδελλάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβδελλάτοιβδελλάτεςβδελλάτα
Γενικήβδελλάτωνβδελλάτωνβδελλάτων
Αιτιατικήβδελλάτουςβδελλάτεςβδελλάτα
Κλητικήβδελλάτοιβδελλάτεςβδελλάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →