βδελλάτος
•
- αυτός που φέρεται με βδέλλες Βικιλεξικό
- αργκόο κολιτηριτζής, αυτός που προσκολλάει έντονα για ίδιο όφελος (στη γλώσσα των κακοποιών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βδελλάτος < βδέλλα + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βδελλάτος | βδελλάτη | βδελλάτο |
| Γενική | βδελλάτου | βδελλάτης | βδελλάτου |
| Αιτιατική | βδελλάτο | βδελλάτη | βδελλάτο |
| Κλητική | βδελλάτε | βδελλάτη | βδελλάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βδελλάτοι | βδελλάτες | βδελλάτα |
| Γενική | βδελλάτων | βδελλάτων | βδελλάτων |
| Αιτιατική | βδελλάτους | βδελλάτες | βδελλάτα |
| Κλητική | βδελλάτοι | βδελλάτες | βδελλάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →