βεβαιών
•
- νομικός όροςαυτός που επιβεβαιώνει Βικιλεξικό
- (στο τέλος μεταφράσεως ξένου εγγράφου στην Ελληνική) Ο βεβαιών και μεταφράσας Δικηγόρος <υπογραφή>
Ετυμολογία
βεβαιών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βεβαιῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βεβαιῶ/βεβαιόω
Άλλοι τύποι
βεβαιωνβεβαιωσώνβεβαιώνβεβαιώνταβεβαιώνταςβεβαιώντεςβεβαιώντοςβεβαιώντωνβεβαιώσαβεβαιώσαςβεβαιώσεςβεβαιώσης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →