Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βεβαιώνομαι

ρήμα
•
  1. στο γ' πρόσωποδηλώνεται από κάποιον η αλήθεια μιας πρότασης Βικιλεξικό
    • βεβαιώνεται ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών
  2. διαπιστώνομαι από επίσημη αρχή Βικιλεξικό
    • μετά από σχετικό έλεγχο βεβαιώθηκαν 4 παραβάσεις από την Αγορανομία
  3. καθίσταμαι βέβαιος για κάτι μετά από σχετικό έλεγχο Βικιλεξικό
    • για να βεβαιωθείς ότι έχω δίκιο, κοίταξε τι γράφει αυτό το βιβλίο

Ετυμολογία

βεβαιώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος βεβαιώνω, αρχαία ελληνική βεβαιοῦμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →