βεγγαλικό
•
- συνήθως στον πληθυντικό: βεγγαλικάπυροτέχνημα, που ρίχνεται στον αέρα, εκρήγνυται και αφήνει πολύχρωμες λάμψεις Βικιλεξικό
- Στο νοσοκομείο οδηγήθηκε ένας 16χρονος στην Ιεράπετρα, έπειτα από έκρηξη κροτίδας στα χέρια του το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, σε περιστατικό που αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους από τη χρήση βεγγαλικών. (Ιεράπετρα: 16χρονος τραυματίστηκε από κροτίδα - Συνελήφθη η μητέρα του, neakriti.gr, 12/04/2026 https://www.neakriti.gr/kriti/lasithi/2172601_ierapetra-16hronos-traymatistike-apo-krotida-synelifthi-i-mitera-toy)
Ετυμολογία
βεγγαλικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βεγγαλικός < Βεγγάλη < αγγλική Bengal < μπενγκάλι বাংলা (bangla)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βεγγαλικό | βεγγαλικά |
| Γενική | βεγγαλικού | βεγγαλικών |
| Αιτιατική | βεγγαλικό | βεγγαλικά |
| Κλητική | βεγγαλικό | βεγγαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →