βεγγαλικός
•
- που έχει σχέση με τη Βεγγάλη, κατάγεται απ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τα βεγγαλικά ή αναφέρεται σ’ αυτά (φωτεινός, εκρηκτικός) Βικιλεξικό
- Τα βεγγαλικά σου μάτια φέγγουν σαν το φώσφορο / σαν νυχτερινά καράβια που περνούν το Βόσπορο. (Από τραγούδι σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη και μουσική Στάμου Σέμση)
Ετυμολογία
βεγγαλικός < Βεγγάλ(η) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βεγγαλικός | βεγγαλική | βεγγαλικό |
| Γενική | βεγγαλικού | βεγγαλικής | βεγγαλικού |
| Αιτιατική | βεγγαλικό | βεγγαλική | βεγγαλικό |
| Κλητική | βεγγαλικέ | βεγγαλική | βεγγαλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βεγγαλικοί | βεγγαλικές | βεγγαλικά |
| Γενική | βεγγαλικών | βεγγαλικών | βεγγαλικών |
| Αιτιατική | βεγγαλικούς | βεγγαλικές | βεγγαλικά |
| Κλητική | βεγγαλικοί | βεγγαλικές | βεγγαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →