βελάζω
•
- για πρόβατο ή γίδα / κατσίκακάνω τη χαρακτηριστική φωνή μπε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βελάζω < μεσαιωνική ελληνική βελάζω < αρχαία ελληνική *βελῶ ή (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βελάζω | βελάζεις | βελάζει | βελάζουμε | βελάζετε | βελάζουν / βελάζουνε |
| Παρατατικός | βέλαζα | βέλαζες | βέλαζε | βελάζαμε | βελάζατε | βέλαζαν / βελάζαν / βελάζανε |
| Αόριστος | βέλασα | βέλασες | βέλασε | βελάσαμε | βελάσατε | βέλασαν / βελάσαν / βελάσανε |
| Μέλλοντας | θα βελάζω / θα βελάσω | θα βελάζεις / θα βελάσεις | θα βελάζει / θα βελάσει | θα βελάζουμε / θα βελάσουμε | θα βελάζετε / θα βελάσετε | θα βελάζουν / θα βελάζουνε / θα βελάσουν / θα βελάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βελάσει | έχεις βελάσει | έχει βελάσει | έχουμε βελάσει | έχετε βελάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βελάσει | είχες βελάσει | είχε βελάσει | είχαμε βελάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βελάσει / να βελάζω / να βελάσω | να έχεις βελάσει / να βελάζεις / να βελάσεις | να έχει βελάσει / να βελάζει / να βελάσει | να έχουμε βελάσει / να βελάζουμε / να βελάσουμε | να έχετε βελάσει / να βελάζετε / να βελάσετε | να βελάζουν / να βελάζουνε / να βελάσουν / να βελάσουνε |
| Προστακτική | — | βέλαζε / βέλασε | — | — | βελάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βελάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →