βελέντζα
•
- μάλλινο χειροποίητο (σε παραδοσιακό αργαλειό) κλινοσκέπασμα, φτιαγμένο από μαλλί προβάτου (κυρίως) αλλά και γίδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βελέντζα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βελέντζα < ιταλική valènza / valència < (coperta da) Valenza / Valenzia < ισπανική Valencia < λατινική Valentia < valentia < valens < valeo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελέντζα | βελέντζες |
| Γενική | βελέντζας | βελεντζών |
| Αιτιατική | βελέντζα | βελέντζες |
| Κλητική | βελέντζα | βελέντζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →