Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βελανιδιά

/ve.la.niˈðʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δέντροQuercus ψηλό κι αιωνόβιο δέντρο πεδινών ή ορεινών περιοχών με σκληρά φύλλα Βικιλεξικό
    • στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

βελανιδιά < βελανίδ(ι) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβελανιδιάβελανιδιές
Γενικήβελανιδιάςβελανιδιών
Αιτιατικήβελανιδιάβελανιδιές
Κλητικήβελανιδιάβελανιδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →